Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Πόσο βαθύς είναι τούτος ο Χειμώνας....

Δώδεκα η ώρα του άχρονου σταματημένου ρολογιού...
Πάντα ίσως να ήταν δώδεκα αλλά να μην είχα πάρει είδηση ότι ήταν...

Οι σιωπές στο πάτωμα, τρώνε με σάρκα από σαράκι και την τελευταία ευκαιρία φωνής, κραυγής, οδύνης... Το φως μπαίνει απαλά από τις γρίλιες, για να μη με τρομάξει και ξυπνήσω από τον καλοκουρεμένο ύπνο μου, ενώ το νέον από το απέναντι μοτέλ μου τσιγαρίζει την υπομονή σιγά σιγά... Το καλοκαίρι έχει ήδη μπει με τα βαριά του τσόκαρα και κάνει πολύ θόρυβο στο επάνω πάτωμα... Το επάνω πάτωμα, γίνεται κάτω πάτωμα, το κάτω γίνεται επάνω και εγώ με συλλαμβάνω να κηνυγάω αστερίες στο ταβάνι με πόδια που περπατάνε σε ένα σεντόνι αέρα... Γυρνάω τους τοίχους ανάποδα και με αίμα γράφω μια λίστα με τα υπάρχοντά μου... Αιμορραγώ εδώ και καιρό μοναχικές φωταψίες από λιγνές καληνύχτες... Τώρα πια, το κλιματιστικό φτύνει έντομα στο μυαλό και η αυτόματη σκανδάλη της γραφής, πυροβολά ότι στέκει ακόμη ακίνδυνο στο ψυγείο και κρυώνει το πιο βαθύ συναίσθημα...
Κι εγώ μένω πάντα πίσω, να συμμαζεύω από το πάτωμα τα βρεγμένα σεντόνια και τα κρύσταλλα από τα δάκριά σου, τις πεντάμορφες σταλαγματιές που λυγερόκορμες προσμετρώνται σε μία σιωπηλή καληνύχτα μου, καθώς εσύ κλείνεις την πόρτα πριν ακόμη η ανάμνησή σου με εγκαταλείψει και έχεις ήδη πάρει μια μορφή απουσίας ενώ ο ήχος από το στριφογύρισμα του κορμιού σου όταν έκανες κινήσεις συστροφής, ακόμη παίζει σιγόντο στο ράδιο... Η νύχτα μπαίνει στο σκηνικό, εγώ ακόμη απουσιάζω και το έργο έχει ήδη δεχθεί τα χειροκροτήματά του... Ο ηθοποιός ήλιος, τί ωραία που παίζει το ρόλο του και κατακαίει εμπρηστικά τα δάση του μυαλού...
Βρέχει από ώρα...
Κινείσαι από παράθυρο σε παράθυρο σαν ερημιά... Ξωτικό...
Πού αρχίζει ο φόβος και με ποιά λύτρωση συνορεύει η χαρά, δεν ορίζω...
Κάτι μέσα μου εξακολουθεί να ποζάρει σα μοντέλο σε φωτογράφηση ασπρόμαυρη...
Ποζάρεις αργά, μπροστά σε μισόκλειστα παράθυρα, αλλάζεις στάσεις σαν ωροδείκτης μεθυσμένου ρολογιού κι αναρωτιέμαι, αν είσαι εσύ που γνώρισα πριν χρόνια τόσο μακριά από το εδώ μου...
Η απόσταση πλησιάζει τα δύο άκρα της και σε κυκλώνει μέσα σε κήπο με αναμνήσεις και λήθες...
Η μαγνητική βελόνα χτυπάει βελόνα με δεξτρόζη στο μυαλό και συνεφέρει το μαξιλάρι που σκουντάει και πάλι άγρια τον ύπνο μου...
Ξυπνάω με ιδρωένο φανελάκι και νοιώθω έναν αδιάβροχο πόνο να με συμμαζεύει από το πάτωμα, ολόιδια γόπα τσιγάρου...
Το κάπνισα; Πάντα σιχαινόμουν τα μεγάλα λευκά καρκινώματα...
Πάντα όμως αναζητούσα να καπνίζω εντός μου τα φουγάρα τα μεγάλα της επιστροφής...
Και να έρχεσαι στο λιμάνι, να κάνεις το δάκρυ σου κόλπο και να βουτώ εντός σου...
Αφύλαχτος σαν να περνάω με ταχύτητα २०० μία σιδηροδρομική διάβαση με σπασμένη ξεχαρφαλωμένη σήμανση...
Κι εκεί επάνω στη σύγκρουση, να με ανασυντάσσω...
Αναστατωμένος τότε, παίρνω πάντα, σε μία ελειπτική επαναληπτική κίνηση, २० μιλιγκράμ από κουράγιο και με συναρμολογώ...

Σ’ ακούω να μιλάς μερικές φορές, να μιλάς, να μιλάς και να μη διακρίνω ούτε ένα σημάδι λύπης, ούτε ένα δάκρυ, ούτε μια προσμονή να ξεφεύγει πέρα από τα όρια της ζωής σου.

Μέσα μου ξημερώνει ένα πιο κερασέρυθρο κόκκινο το γαλάζιο τ’ ουρανού,
το δικό σου σωθικό γαλάζιο...

Καληνύχτα δίχως νύχια που πιανόμουν κάποτε σαν νυχτερίδα από το ταβάνι...

Καληνύχτα σε ένα νέο όνειρο... Πιο υπνωτισμένο από τον προηγούμενο περισυνό Χειμώνα ...

2 σχόλια:

Δήμος Δημαρέσης είπε...

μου φαίνεται θα δημιουργήσω κατηγορία ''ποίηση''

Alehandro είπε...

why not...